Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, δύο παράλληλες ιστορίες


Αφήγηση κοριτσιού

Λονδίνο 1845. Παραμονή Χριστουγέννων. Παχύ χιόνι σκεπάζει τους δρόμους της πόλης και ο αέρας λυσσομανάει σφυρίζοντας καθώς περνάει μέσα από τα στενοσόκακα της. Οι κάτοικοι τρέχουν να κάνουν τα ψώνια της τελευταίας στιγμής. Κύριοι με γιακάδες σηκωμένους, κυρίες με γούνες και μακριά φορέματα κρατούν στα χέρια τους χάρτινες σακούλες με φαγητά και πακέτα αμπαλαρισμένα με κόκκινες και κυπαρισσί κορδέλες.

Δεν φαίνεται να δίνουν σημασία στο μικρό κορίτσι με τα πυρόξανθα μαλλιά και τα μεγάλα πράσινα μάτια. Κυκλοφορεί ρακένδυτο, με ένα σκοροφαγωμένο μάλλινο παλτό. Στα κόκκινα από το κρύο χέρια της κρατάει ένα καλαθάκι με σπίρτα. "Χρόνια Πολλά! Θα θέλατε να αγοράσετε ένα σπίρτο;" ρωτάει τους διαβάτες. Κάνεις όμως δεν φαίνεται να την ακούει. "Σας παρακαλώ - συνεχίζει - δεν είμαι ζητιάνα! Πουλάω σπίρτα για να ζήσω!". Αδιάφορα πρόσωπα περνάνε σαν ταινία μπροστά από το μικρό κορίτσι, χωρίς κανείς να σταμάτα.

Ξαφνικά μια άμαξα χάνει τον έλεγχο πάνω στον χιονισμένο δρόμο και περνάει ξυστά από δίπλα της. H μικρή πέφτει άτσαλα προς την αντίθετη κατεύθυνση για να την αποφύγει. Σηκώνεται σαστισμένη και τρομαγμένη και αρχίζει να μαζεύει τα σπίρτα που έχουν σκορπίσει στον παγωμένο δρόμο. Είναι όλα σχεδόν μουσκεμένα! Δάκρυα αρχίζουν να αναβλύζουν από τα μάτια της. "Πώς θα καταφέρω να τα πουλήσω τώρα;" αναρωτιέται. "Πώς θα γυρίσω σπίτι χωρίς λεφτά; Τι θα πω στον πατέρα;". Η απόγνωση την κυριεύει. Ξέρει πως εάν γυρίσει σπίτι με άδεια χέρια ο πατέρας της θα την χτυπήσει βίαια.

Λες και δεν προσπαθεί αρκετά από τα ξημερώματα στους δρόμους να πουλήσει την πραμάτεια της. Μόνη. Χωρίς βοήθεια από κανέναν και μέσα στην παγωνιά. Πάνε πέντε χρόνια που έχασε την γιαγιά της. Της είχε σταθεί σε όλες τις δυσκολίες... σαν μάνα. Αναμνήσεις από την μητέρα της δεν είχε. Της είπαν πως πέθανε στη γέννα. Ο πατέρας της μάλιστα, ιδιαίτερα τις μέρες που μεθάει, την κατηγορεί χτυπώντας την για τον θάνατό της.

Ο κόσμος σιγά-σιγά έχει αρχίσει να επιστρέφει στα σπίτια του. Τα μαγαζιά πρέπει να κλείνουν γιατί ακούει τον ήχο από τα καμπανάκια στις πόρτες να αραιώνει. Όχι! Δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι. Σίγουρα δεν την περιμένει τίποτα το γιορτινό και το στοργικό εκεί. Σηκώνει το κεφάλι της προς τον γεμάτο αστέρια ουρανό και πυκνές νιφάδες χιονιού της πέφτουν στα μαλλιά και το πρόσωπό της. Ξαφνικά, συνειδητοποιεί ότι είναι μόλις 6 χρόνων και δεν έχει ζήσει ούτε στο ελάχιστο την παιδική της ηλικία... Έχει χρόνια να νιώσει την αγάπη και την θαλπωρή... Ούτε που θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά πού έπαιξε με τα άλλα παιδιά... πότε ήταν άραγε η τελευταία φορά που κάποιος την κράτησε στην αγκαλιά του και της είπε "όλα θα πάνε καλά, μην φοβάσαι";

Η πραγματικότητα την χτύπησε στο πρόσωπο σαν δυνατό χαστούκι. Πιάνει τον εαυτό της να βαδίζει με γοργό βήμα που όσο περπάταγε τόσο και δυνάμωνε ώσπου έγινε τρεχαλητό. Οι δρόμοι πλέον είναι άδειοι και το κοριτσάκι στροβιλίζεται με τα χέρια ανοιχτά σε γρήγορο ρυθμό, πάντα με το καλαθάκι της όμως γαντζωμένο στην γροθιά της. Ανοίγει το στόμα της για να γευτεί το χιόνι που όλο και πύκνωνε. Νιώθει ελεύθερη και ευτυχισμένη. Η ματιά της πέφτει σ' ένα ανοιχτό παράθυρο. Μια οικογένεια με χαρούμενα πρόσωπα σερβίρεται γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Το δέντρο με τα λαμπάκια, η γαλοπούλα και η φωτιά από το τζάκι που έκαιγε την επανέφεραν στην πραγματικότητα.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και ήταν μόνη. Κούρνιασε σε μια γωνία ανάμεσα σε δυο χαμόσπιτα. Το σώμα της έτρεμε από το κρύο και  την κούραση. Έφερε τα πόδια πιο κοντά στο στέρνο για να μην κρυώνει τόσο και έπιασε να σκαλίζει το καλάθι της... Τα περισσότερα σπίρτα είχαν στεγνώσει. "Ίσως εάν άναβα ένα να ζεσταινόμουνα λίγο" σκέφτηκε . Μια ζωηρή φλόγα ξεπήδησε από το σπίρτο και αμέσως η κοπέλα αισθάνθηκε μια ζεστασιά. Εικόνες χαρούμενες από το παρελθόν άρχισαν να τρεμοπαίζουν μπροστά της και ένα χαμόγελο γαλήνης έκανε την εμφάνισή του στο πρόσωπό της. Ξάφνου χάθηκαν όλα! Είχε σβήσει το σπίρτο και μαζί του είχε πάρει όλη την χαρά.. Το κοριτσάκι άναψε και άλλο δίχως δεύτερη σκέψη. Κάθε σπίρτο που άναβε ήταν ένα διάλειμμα από την ζοφερή πραγματικότητα... την ταξίδευε σε μέρη χαρούμενα, με αγαπημένα πρόσωπα... ώσπου απόμεινε ένα... Διστακτικά το ανάβει και αυτό... Μια οικεία φιγούρα ξεπρόβαλε... Γκρίζα μαλλιά, πιασμένα ψηλά στο κεφάλι, καλοσυνάτο χαμόγελο και μάτια γεμάτα αγάπη... Ήταν η γιαγιά της... Την έπιασε από το μικρό της χεράκι και την βοήθησε να σηκωθεί. "Τώρα πια δεν θα ξανακρυώσεις ποτέ, δεν θα αισθανθείς μοναξιά ή πόνο. Τώρα ξαναείμαστε μαζί..." είπε και πήρε την μικρή στην αγκαλιά της και ξεκίνησαν έτσι αγκαλιασμένες το μεγάλο ταξίδι προς την αθανασία.


Αφήγηση περαστικής

Κοιτάει το ρολόι της εκκλησίας. Η ώρα 7 και μισή. "Δεν θα προλάβω" σκέφτεται. Επιταχύνει το βήμα της. Τα τακούνια της χτυπάνε στον πλακόστρωτο δρόμο. Σφίγγει πιο σφιχτά την γούνα της γύρω από το αποστεωμένο της σώμα. "Ψωμί, γάλα, κοτόπουλο" υπενθύμισε στον εαυτό της. Κοτόπουλο... Λεφτά για να αγοράσει γαλοπούλα - μέρες που είναι - δεν έχει.

Ο άνδρας της την παράτησε μόνη  με δύο παιδιά, αφού έφαγε όλα της τα λεφτά στα χαρτιά. Πάνε 2 χρόνια σχεδόν από την τελευταία φορά που τον είδε... Από τότε για να επιβιώσει κάνει δουλείες του ποδαριού... μέχρι και οικιακή βοηθός... αλλά όχι μέσα στο Λονδίνο. Εδώ έχει γνωστούς και δεν θέλει να ξέρουν την κατάντια της. Δεν θέλει να την λυπούνται. Το πρωί καθαρίζει σπίτια και το βράδυ βρίσκεται σε δεξιώσεις της αριστοκρατίας της πρωτεύουσας. "Χρόνια πολλά! Ένα κοτόπουλο αρκετό για τρία άτομα παρακαλώ".

Βγαίνει στον δρόμο. Ευτυχώς της έφτασαν τα λεφτά, δεν ήθελε να έρθει στην δύσκολη θέση να κάνει παζάρια. Χρήματα για να πάρει δώρο στους μικρούς γιους της δεν έχει. Πούλησε το χρυσό της ρολόι τις προάλλες όταν αρρώστησε ο μικρότερος της. Τα λεφτά που παίρνει ως οικονόμος δεν στάθηκαν αρκετά να καλύψουν τα έξοδα των φαρμάκων. Ας είναι. Σώθηκε το παιδί.

Την εποχή των γιορτών πάντα οι δρόμοι του Λονδίνου είναι γεμάτοι ασφυκτικά και ανησυχεί μήπως πετύχει κανέναν γνωστό. "ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ !!!" αναφωνεί! Μια άμαξα παραλίγο να πατήσει μια μικρή ζητιάνα! Πρόλαβε ευτυχώς την τελευταία στιγμή. Πάει προς το μέρος της. Ξαφνικά κοντοστέκεται. Θυμάται πως δεν μπορεί να σκύψει να την βοηθήσει να σηκωθεί. Το μοναδικό καλό της φόρεμα βρίσκεται στο σπίτι για επιδιόρθωση. Πάλι σχίστηκε στο μανίκι. Αυτό που φοράει τώρα μέσα από την ζεστή της γούνα είναι χιλιομπαλωμένο! Μπορεί να το δει κανείς και μετά να μάθει την αλήθεια! Όχι! Δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό! Έχει μοχθήσει τόσα χρόνια για να διατηρήσει το μύθο γύρω από το όνομα της... Για να μην κοροϊδεύουν τα παιδιά της οι φίλοι τους και θα τα κάνει όλα στάχτη για ένα άγνωστο κοριτσάκι; Αποκλείεται!

Κανείς δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την κατάσταση της κοπέλας. Γύρω της είναι σκορπισμένα σπίρτα. Ίσως δεν είναι τελικά ζητιάνα αλλά μικροπωλήτρια... Άραγε κατάφερε να βγάλει τίποτα σήμερα; Αμφιβάλλει. Ψάχνει τις τσέπες της... Φόδρα... Ούτε ένα κέρμα. Καλύτερα να δείξω πως αδιαφορώ όπως κάνουν όλοι τους - σκέφτηκε - παρά να καταλάβουν ότι δεν έχω χρήματα. Με βήμα ταχύ προσπέρασε το κοριτσάκι που εκείνη την στιγμή είχε ήδη καταφέρει να σηκωθεί.

Ο αέρας όλο και δυνάμωνε και έτσι αισθάνθηκε πολύ τυχερή που μόλις είχε στρίψει στην γωνία του σπιτιού της. Το κλειδί γύρισε απρόθυμα στην κλειδαριά και η παλιά πόρτα άνοιξε έπειτα από ένα δυνατό σπρώξιμο με τον ώμο. Οι γιοί της καθόντουσαν στο σαλόνι, γύρω από την χαμηλή φωτιά που συντηρούσαν με μεγάλη προσπάθεια δυο - τρία κούτσουρα. Κρέμασε την γούνα της προσεκτικά και πήγε να φιλήσει και να αγκαλιάσει τα παιδιά της.

"Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε λίγο" είπε και χάθηκε στην κουζίνα. Λίγη ώρα αργότερα όλα ήταν έτοιμα. "Σήμερα είναι ημέρα χαράς" μονολόγησε και έβγαλε το καλό τραπεζομάντηλο. Οι μικροί είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους και περίμεναν να σερβιριστούν. Τους κοίταξε εξεταστικά. Το κοριτσάκι που είδε πριν θα πρέπει να ήταν στην ηλικία τους πάνω - κάτω. Άραγε είχε κάπου να πάει; Μια μητέρα να την περιμένει με ένα πιάτο φαΐ; Κούνησε τα χέρια της στον αέρα σαν να έδιωχνε έτσι τις στενάχωρες σκέψεις. "Χρόνια πολλά αγάπες μου, καλή μας όρεξη".




by Danai

2 σχόλια:

  1. Όλο το κείμενο είναι περιγραφή της ιστορίας. Δεν εξηγεί με επίθετα τα συναισθήματα και τα νοήματα που βγάζει. Η περιγραφή αρκεί για να τα κάνει όλα. Ειδικά αυτού του τύπου τα κείμενα αναδεικνύουν το ταλέντο και την ευαισθησία του χαρακτήρα της Δανάης. Υ.Γ. Και τι φοβερή η ιστορία του Hans Christian Andersen...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ'ευχαριστώ πολύ Ντομ!!!! όντως ο Αντερσεν φοβερός! από τις αγαπημένες μ ιστορίες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή