Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Θες να σε κλέψω;



Πατήστε play για να ακούσετε τη μουσική που έχω επιλέξει, αν θέλετε...

Θα μπορούσες να αντέξεις;
Μάλλον όχι...
Αν δεν γινόταν θα μπορούσες;
Μάλλον όχι...

Αν μπορούσες να ξέρεις τι θα γίνει, θα το επέλεγες;
Αν ήξερες, θα ήσουν προσεκτικός; 
Θα επέλεγες να μην είσαι εσύ; Για το καλό σου;

It's all past and lost. So lost... Almost Forgotten...

Οι ιδέες έχουν συνέπειες...

Η ιστορία μας ξεκινάει στην Lyon. Δύο ξένοι βρίσκονται στο ίδιο τρένο με προορισμό την Γενεύη. Το ταξίδι μόλις έχει ξεκινήσει και τίποτα δεν θα είναι τόσο αθώο όσο πριν. In a world filled with despair, we must still dare to dream.

Η Δέσποινα γράφει στο τετράδιο της: "Ακούω συνεχώς ανθρώπους που συμβιβάζονται με το λίγο που έχει να τους προσφέρει η ζωή και δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κυνηγήσουν το πολύ της. Ανθρώπους που αρκέστηκαν σε έρωτες μισούς και σχέσεις χωρίς όνειρα και προσδοκίες. Μπορεί να ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς. Είναι βλέπεις λιγότερο τρομακτικό απ' τα υπόλοιπα που βρέθηκαν στον δρόμο σου. Έχουμε όμως αυτό το ελάττωμα οι άνθρωποι. Να μετατρέπουμε τη μετριότητα στο καταφύγιο μας, γιατί μας απελπίζουν και μας τρομάζουν αυτά που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει όμως πως η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην προσπαθήσουμε τουλάχιστον να τη ζήσουμε με την ένταση που της αξίζει. Κρυβόμαστε πίσω απ' τα πρέπει της κοινωνίας κι αφήνουμε στην άκρη τις επιθυμίες μας. Είναι κρίμα, ψυχή μου, να μένεις με τα πόδια καρφωμένα στη γη. Γιατί δεν μπορείς ν' αφήσεις πίσω σου μια αγάπη που έχει τελειώσει και να ψάξεις να βρεις μιαν άλλη; Θ' αργήσεις να το συνειδητοποιήσεις αλλά, πίστεψε με, θα έρθει η στιγμή που θα εύχεσαι με ό,τι έχεις και δεν έχεις, να μπορούσες να τον γυρίσεις πίσω, τον χρόνο. Τουλάχιστον εγώ το μετανιώνω τώρα".

Ο Παύλος κάθεται απέναντι στην Δέσποινα και ακούει μουσική
♫ και τρέμω να είμαι αυτό που χρόνια ανησυχείς ♫ ...

Πόσες μοναχικές σκέψεις έχουν περάσει από τα μυαλά των ανθρώπων με την ελπίδα να ζήσουν έστω για λίγο κάτι πιο συναρπαστικό, σκέψεις που ειπώθηκαν ή χάθηκαν μέσα σε όνειρα με πολύ δυνατή μουσική και απόλυτη ησυχία...

Για λίγα μονάχα δευτερόλεπτα καταφέρνουμε να μπούμε στο μυαλό του Παύλου και να κλέψουμε την σκέψη του:

"Θα 'θελα να της μιλήσω. Η ψυχή έχει μνήμη κι αναγνωρίζει τη "δίδυμη" της όταν τη βρει. Σωστά; Το μυαλό μου μπορεί ν' αντέξει αυτήν την λογική και δεν μπορεί να νιώσει άσχημα με ό,τι και αν συμβεί... Θα της μιλήσω... Πρέπει να της μιλήσω".

Ο Παύλος κοιτά έξω από το παράθυρο και διαβάζει ένα μήνυμα που είναι χαραγμένο στο παράθυρο:

Μην αναλύεις την ζωή
Μη θυμώνεις μαζί της
Μην αναρωτιέσαι για τα καπρίτσια της και τα σκέρτσα της... 
Ζήσε στη δική σου Αυλή των ονείρων, μετά τα μεσάνυχτα!

Π: Μπορώ να σου μιλήσω;
λέει κάπως απότομα...
Π: Ε, εννοώ πως θέλω να σου μιλήσω εδώ και ώρα.

Τα μάτια τους συναντιούνται.

Π: Πάμε μια βόλτα στο εστιατόριο;

Λέει και προτάσσει το μπράτσο του χαμογελαστά. Εκείνη περνά δειλά το χέρι της και πάει μαζί του. Στέκεται μπροστά της και χαμογελάει αυτή ανταποδίδει το χαμόγελο ξανά δειλά και ξεκινάνε. Είναι τόσο περίεργο το συναίσθημα υπάρχει ένα ρεύμα ανάμεσα τους, όχι ήρεμο, διαφορετικό.

Στο εστιατόριο πέρασαν όλο το υπόλοιπο ταξίδι συζητώντας και γελώντας. Πλέον ο ένας ένιωθε πιο άνετα με τον άλλον. Πόσο απλό και σπουδαίο να νιώθεις όμορφα χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Η μοίρα τους έφερε κοντά, αλλά το τρένο σε λίγα λεπτά θα έφτανε στο σταθμό της Γενεύης. 

Θα τους χρωστούσε λίγο περισσότερο χρόνο η μοίρα;

Ο Παύλος πήρε μια βαθιά ανάσα.

Π: Δέσποινα νομίζω φτάσαμε, μην... δεν θέλω να κατέβουμε.

Δ: Δεν σου έχω πει κάτι και δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να στο πω. Πριν από τρία χρόνια διαγνώστηκα με καρκίνο, βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο, αύριο επιστρέφω στην Αθήνα.

Ξαφνικά έπεσε μια βαριά ησυχία... Το τρένο ήταν γεμάτο σκοτάδι και φως.

Π: Δεν ξέρω τι να πω.
Δ: Μην πεις τίποτα.

Πόσο άδικο σκέφτηκε ο Παύλος. Γιατί; Δεν μπορώ να χάσω χρόνο, ο χρόνος μας δεν είναι εγγυημένος. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε.

Π: Θα ήθελα να μου αφιερώσεις μια μέρα μπορεί να αρκεί.
Δ: Να αρκεί;

Η Δέσποινα το ίδιο βράδυ έφυγε ευτυχισμένη και με μια λαχτάρα να ξυπνήσει το πρωί να δει τον Παύλο και να ακούσει αυτά που ήθελε να της πει. Η καρδιά της έσβησε στο κρεβάτι του ξενοδοχείου λίγες ώρες αφού την είχε καληνυχτίσει. Εκείνο το βράδυ όμως ήταν μοναδικό γιατί τα όνειρα τους μπλέχτηκαν και δώσανε ραντεβού σε έναν άλλο κόσμο.

Δ: Μίλησε μου για σένα, δεν έχουμε χρόνο και βιάζομαι... μίλα μου για τον έρωτα από τα μάτια σου... βιάζομαι πολύ γιατί δεν προλαβαίνουμε το νιώθω...
Δεν θέλω να τελειώσει η βόλτα μας...

Π: Μαζί και μόνος μου. Σκέψεις, φαντασιώσεις, όνειρα στα μεσάνυχτα. Τα μεσάνυχτα είναι η ώρα που δίνουμε στον εαυτό μας τις πιο ωραίες σκέψεις μας. Τον πιο δικό μας χρόνο. Ως μεσάνυχτα θεωρώ την ώρα που αφιερώνουμε στην πραγματική ζωή μας. Είναι στο τέλος της ρουτίνας μας, κρατάει ελάχιστα αλλά κάθε λεπτό έχει τετραπλή ισχύ. Πέντε λεπτά την ημέρα ίσως είναι αρκετά για να περιμένω τα επόμενα πέντε. Κάποια μέρα όμως αυτό δεν θα μου αρκεί.

Δ: Εξαιρετικά! Άψογα! Τέλεια!

Π: Δεν υπάρχει το τέλειο... Άρα γυρνάμε στο άψογα.

Δ: ΠΟΤΕ! Το τέλειο δεν υπάρχει λόγω του χρόνου, οι στιγμές και τα γεγονότα δεν είναι τέλεια επειδή κάτι καλύτερο ακολουθεί, αλλάζει, εξελίσσεται ή επειδή αλλοιώνονται στον χρόνο παραμένοντας όμως στιγμιαία τέλεια. Το πάγωμα του χρόνου, των πάντων, ίσως έκαναν κάποια πράγματα ΤΕΛΕΙΑ.

Π: Πρέπει να κοιτάξεις μέσα στις καρδιές των ανθρώπων να δεις αν κουνιέται κάτι, αν αναζητούν τον έρωτα. Ένα μικρό εκατοστό μιας ευκαιρίας ίσως είναι αυτό που θα μεταμορφώσει και θα αλλάξει για πάντα τη ζωή μας... αυτό δεν θα το αφήσεις ανεκμετάλλευτο... Αν θες κάτι δεν περιμένεις στην ουρά, πας και το παίρνεις. Τα συναισθήματα δεν μπορείς να τα κοροϊδέψεις. Μια τέλεια στιγμή...

Δ: Ενίοτε είμαστε λίγο φλώροι.

Ο Παύλος την επόμενη μέρα έφυγε για την Αθήνα.

Τώρα ξέρω τι έγινε. Μετανιώνω για τα λάθη που έκανα, έχασα χρόνο στον χρόνο μας. Δεν θα άλλαζε κάτι, δεν ήταν να αλλάξει.

♫ so I'm gonna love you, like I'm gonna lose you ♫

Για μια ακόμα στιγμή μπαίνουμε στο μυαλό του Παύλου.

Ξεφυσάω και κλείνω τα μάτια μου εδώ και δύο ώρες δεν θα αλλάξει κάτι όμως. Σε δύο ημέρες είναι η 10 Ιουνίου. Δύο χρόνια έχουν περάσει και το συναίσθημα είναι τόσο δυνατό. Η ώρα είναι μία και μισή και δεν έχω καμία διάθεση να κοιμηθώ, θα βγω για ένα ποτό μόνος. Σε μια στιγμή είναι όλα ξεκάθαρα... Πατάς στη γη και ξέρεις την πραγματική σου δύναμη... Δεν μπορείς να καταφέρεις τα πάντα... Είναι πολύ σκληρό... είναι άδικο... Το μυαλό σου σε αναγκάζει απλά να υπάρχεις... Ξεχνάς κάθε συναίσθημα σου. Ξυπνάς, κουνιέσαι, τρως, περπατάς, νιώθεις μόνο ό,τι είναι αναγκαίο και πολλές μέρες πονάς.

Φτάνοντας στο μπαρ ο Παύλος ακούει ένα ζευγάρι να τσακώνεται η κοπέλα φωνάζει:

Ξέρεις; ΞΕΡΕΙΣ;; Εγώ δεν ξέρω... Δεν θέλω απάντηση γιατί δεν ξέρεις και δεν ήξερες... Κρίμα είναι να μην ξέρεις και να κάνεις ότι ξέρεις... Τουλάχιστον ας ήξερες για σένα... Αν περνάς μια κόλαση συνέχισε, δεν αντέχω άλλο. Συνέχισε μέχρι να είμαστε μόνο εσύ και εγώ. Όλος εσύ.

Δεν γίνεται αυτό.

Ο Παύλος κάθεται στο μπαρ και ζητάει το ποτό του

♫ Δυο ψυχές - Χαμένες στ' ανοιχτά - Τόση θάλασσα και ποιος θα την ξοδέψει ♫

Στα όνειρα κάποια πράγματα δε στέκουν... Όμως τα πιστεύεις, και πολλές φορές ξυπνάς αγχωμένος. Έτσι όμως γίνεται και στη ζωή, κάποια πράγματα δεν στέκουν όμως εσύ πιστεύεις και παραβλέπεις, αργά η γρήγορα οδηγείσαι σε αδιέξοδα και το μυαλό σου μπλοκάρει... Δεν ξέρεις πως να βγεις από το λαβύρινθο, νικητής... Τότε καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι υπερήρωας...

Θα τα καταφέρουμε; Γιατί όχι; Τα καλύτερα έρχονται! Ή πέρασαν; Κανείς δεν ξέρει, κανείς που είναι αισιόδοξος δεν μπορεί να απαντήσει αντικειμενικά.

Οι ζωές μας είναι γεμάτες επιλογές, μοιραία κάποιες θα είναι λάθος - σε κάποιες θα μάθουμε, άλλες θα τις ξανακάνουμε, όμως είναι κάποιες που δε θα τις ξεχάσουμε ποτέ.
Είναι κάποιες που θα τις κουβαλάμε δίπλα μας.

Σαν Φαντάσματα

Απέναντι μου κάθεσαι εσύ...

Και κλέβω τη σκέψη μου... 

ΥΓ: Πλησιάζει ο καιρός για να μιλήσουμε...

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Σαίξπηρ & Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος


Ανά τα χρόνια έχουν δημοσιευθεί έρευνες που παρουσιάζουν την αξία των τεχνών όχι μόνο σε πνευματικό και ψυχαγωγικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ψυχολογίας. Μια ανάλογη έρευνα προέρχεται από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Οχάιο. Πώς σχετίζεται λοιπόν η "Τρικυμία" του Σαίξπηρ με τις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος;

Τα παιδιά με αυτισμό δυσκολεύονται με τις μη λεκτικές συμπεριφορές (εκφράσεις προσώπου, οπτική επαφή, κινήσεις) όπως και με την κοινωνική αλληλεπίδραση. Στην έρευνα αυτή σκοπός ήταν να χρησιμοποιηθεί η ρυθμικότητα στη γλώσσα του Σαίξπηρ σε συνδυασμό με τις κινήσεις σώματος. Τα παιδιά συμμετείχαν σε μια ομάδα παρέμβασης κοινωνικών δεξιοτήτων βασισμένη στη δραματοθεραπεία, γνωστή και ως "Hunter Heartbeat Method". Όπως σχολιάζει και ο Marc J. Tassé, καθηγητής Ψυχολογίας και Ψυχιατρικής και διευθυντής στο κέντρο Nisonger του νοσοκομείου του Οχάιο, τα αποτελέσματα έδειξαν πως τα παιδιά με αυτισμό παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στις κοινωνικές δεξιότητες και στην ικανότητα τους για δημιουργία κοινωνικών σχέσεων.



Kicks

Παράθυρο


Το ξυπνητήρι χτύπησε δύο φορές. Μία στις 8:25 και μία στις 8:30. Ο Μ δεν άκουσε καμία. Είχε τελειοποιήσει από καιρού το τυφλό σύστημα απενεργοποίησης του. 8.50. Άργησε πάλι στην δουλειά. Ντύθηκε βιαστικά με τα ρούχα που είχε πεταμένα  στην καρέκλα στο βάθος του δωματίου του. Έγειρε την πόρτα βιαστικά - δεν υπήρχε πια λόγος να την κλειδώνει, πήρε το παμπάλαιο ασανσέρ, απέφυγε τον ηλικιωμένο κύριο που ήταν έτοιμος να γκρινιάξει και βγήκε έξω.  Αέρας. Η μεγάλη θορυβώδης λεωφόρος απλώθηκε μπροστά του. Διέσχισε από την διάβαση πεζών τον δρόμο. Όχι ότι έκανε κάποια μεγάλη διαφορά αν θα περνούσε από εκεί ή από κάποιο άλλο σημείο όπου τα αυτοκίνητα συνωστίζονται δίνοντας μια σπιθαμή διέλευσης. Είχε παρκάρει σε κάποιον παράλληλο. Έστριψε δεξιά και ήρθε αντιμέτωπος με μια εικόνα που είχε από καιρού συνηθίσει να βλέπει. Ένας γκρίζος στενός δρόμος, περικυκλωμένος από γκρίζες πολυκατοικίες, γεμάτος με παρκαρισμένα αυτοκίνητα εκατέρωθεν. Και στην μέση αυτού του στενού δρόμου, που είχε το όνομα κάποιου νεκρού επιφανούς ανδρός, ήταν σταθερά στην θέση της η ίδια ηλικιωμένη κυρία. Καθόταν σε ένα στενό παράθυρο στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας. Απέναντι της δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά τσιμέντο. Αριστερά και δεξιά του μικρού δρόμου, δύο παράλληλοι δρόμοι εμπόδιζαν οποιαδήποτε σπιθαμή ηλίου να την αγγίξει. Και εκείνη εκεί, δίχως ίχνος ζωής, βαριεστημένη να κοιτάει το γκρι. Τι περιμένει άραγε;

---

Θάνατος. Ο Μ μετά από μια σειρά γεγονότων που τον μεγάλωσαν απότομα είχε αρχίσει  για πρώτη φορά στην ζωή του να γίνεται πιο επιφυλακτικός με τους ανθρώπους. Δεν ανοιγόταν όπως άλλοτε, δεν έδινε λαβές για να μην δώσει την δυνατότητα σε κάποιον να τον πληγώσει ξανά. Αυτή ήταν η πρώτη του αντίδραση. Άμυνα. Κάποιες φορές τα σημάδια στον χρόνο τα αφήνει ο τρόπος και όχι το ίδιο το γεγονός. Το απροσδόκητο, το ανεξήγητο. Αυτό που σε οδηγεί  σαν σε κασέτα να ψάχνεις ξανά και ξανά εξηγήσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Ένας κρότος, όπως αυτός ενός μπαλονιού όταν συναντάει μια καρφίτσα. Και μετά εκκωφαντική σιωπή.

Ζωή. Ο Μ έκανε πολλά και διάφορα για να κρατάει το μυαλό του απασχολημένο, για να μην σκέφτεται όλα όσα τον στεναχωρούν. Κορόιδευε τον εαυτό του  για να μην νιώσει ξανά ευάλωτος. Ό,τι και αν έκανε όμως οι σκέψεις επανέρχονταν. Διαμάντια και Σκουριά. Μετάνιωνε που τα έδωσε όλα. Αλλά τι είναι ζωή αν δεν πέφτεις με τα μούτρα σε αυτή;  Πως γίνεται να δημιουργήσεις και να αισθανθείς εάν δεν αφήσεις τον εαυτό και τις ανασφάλειες σου εκτεθειμένες; Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να ετεροπροσδιορίζεσαι από τους άλλους. Να φέρεσαι λιγόψυχα επειδή σου φέρθηκαν αναλόγως.

---

Είχε αρχίσει πια να σουρουπώνει. Ο Μ γύριζε από την δουλειά με το αυτοκίνητο. Άφησε την μεγάλη θορυβώδη λεωφόρο πίσω του, έστριψε αριστερά και βρέθηκε πάλι στο γκρι στενό δρόμο με τις γκρι πολυκατοικίες όπου και πάρκαρε. Περπατώντας  είδε  την ίδια ηλικιωμένη γυναίκα να περιμένει πάλι στο παράθυρο του πρώτου ορόφου. Σαν κάτι να του έγνεφε. Ο Μ δεν έδωσε σημασία. Εκείνη επέμενε. Του έλεγε να κοιτάξει ψηλά με ένα πλατύ χαμόγελο. Ένα μεγάλο κόκκινο μπαλόνι, φαινόταν ψηλά ανάμεσα στην χαραμάδα που άφηνε το τσιμέντο της πόλης. Πότε πήγαινε από εδώ και πότε από εκεί ανάλογα με τις ορέξεις του ανέμου. Αλλοπρόσαλλο και ευάλωτο σαν τους ερωτευμένους. Κοιτάζοντας το, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. "Όταν χάσω την επιθυμία μου να μοιράζομαι και να δημιουργώ, τότε θα πάψω να είμαι ζωντανός", σκέφτηκε. Είναι πολύ όμορφο τελικά να είσαι ευάλωτος.

Πρώτη μέρα στη δουλειά


Δουλειά! Δουλειά; Δουλειά... Όλοι ασχολούνται σήμερα με το θέμα αυτό. Σε ρωτούν, έχεις δουλειά; Ψάχνεις για δουλειά; Βρήκες δουλειά; Και από δουλειά τι κάνεις; Δουλεύεις;

Τον κόσμο μου έρχεται πολλές φορές να απαντήσω, αλλά ας όψεται η ευγενική μου καταγωγή!

Κάθε μέρα σε όποια παρέα κι αν βρεθείς θα υπάρχει κάποιος που δεν έχει δουλειά ή προσπαθεί να βρει ή ακόμη κι αν έχει δεν είναι ευχαριστημένος απ' αυτή. Και λες τα παράπονα σου, που έχεις πάει σε εκατό συνεντεύξεις (αυτό σπάνια βέβαια ισχύει) και κανείς δεν σε παίρνει κι εσύ συνεχίζεις ασίγαστα να προσπαθείς και να προσπαθείς και να στέλνεις βιογραφικά και να λες δε μπορεί θα μου κάτσει αυτήν τη φορά η ευκαιρία για να δουλέψω. Γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει αφού ξεκινήσεις να εργάζεσαι. Έχεις πεισθεί πως οτιδήποτε μετά το σχολείο είναι πολύ πιο εύκολο από τις πανελλήνιες! ΛΑΘΟΣ!

Έρχεται λοιπόν η μέρα που μετά από κόπους, βάσανα και κακουχίες, βρίσκεις μια δουλειά - που δεν είναι η δουλειά των ονείρων σου, αλλά μετά από χρόνια αφιλοκερδούς εργασίας γιατί "δυστυχώς έτσι λειτουργεί το σύστημα σήμερα" έρχεται η στιγμή που θα πληρώνεσαι για αυτό που κάνεις. Φυσικά, ο μισθός αυτός δεν θα είναι ικανός για να σε βιοπορίσει 100%, αλλά η ελληνική οικογένεια που μεγάλωσε γενιές και γενιές στις φτερούγες της, θα σε κρατήσει κοντά της και θα σε αφήσει να μείνεις για όσο καιρό θέλεις. Εκτός απ' αυτό, πλέον θα μπεις σε μια ρουτίνα, θα έχεις έναν βασικό λόγο να σηκωθείς από το κρεβάτι το πρωί - να βγάλεις το μεροκάματο (γελάν και οι πέτρες).

Έφτασε, λοιπόν, η μέρα που πας. Αφού ξυπνάς στις 6:30 το πρωί, αλλά λες "χαλάλι δουλεύω", φτάνεις στον χώρο εργασίας. Κι εκεί αρχίζει ο βομβαρδισμός πληροφοριών και απαιτήσεων. Γιατί για έναν περίεργο λόγο ο εργοδότης (αν δεν είναι ο μπαμπάς σου ή η μαμά σου που μπορείς να μαλώσεις μαζί τους) θεωρεί ότι εσύ ξέρεις τη δουλειά που θα κάνεις εδώ και χρόνια, σαν να το σπούδασες ένα πράγμα! Κι εκεί αρχίζει η τεράστια ανηφόρα, που είσαι σίγουρος ότι δεν θα ανέβεις ποτέ. Και σκέφτεσαι "γιατί σηκώθηκα σήμερα και δεν έμεινα κάτω από το πάπλωμα;". Αλλά, κάθεσαι γιατί ΠΡΕΠΕΙ να δουλέψεις, σε μια δουλειά που δεν σου αρέσει γιατί "αλλού γι' αλλού ξεκίνησες κι αλλού η ζωή σε πάει". Και κάθεσαι και μέρα με τη μέρα συνηθίζεις. Και τις προσβολές και τις απαιτήσεις και τον παραλογισμό του εργοδότη. Γιατί "έτσι είναι κι έτσι θα μάθεις".

Αλλά γιατί να είναι έτσι; Γιατί να πρέπει να κάνουμε περικοπές στα όνειρα και στις φιλοδοξίες μας;

Εκεί, λοιπόν, ακόμη κι αν είσαι φύσει απαισιόδοξος, πρέπει να σκεφτείς ότι ακόμη κι αν ήρθαμε σε δύσκολους καιρούς να ζήσουμε το όνειρό μας, δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν και καμία να μας στερήσει έστω να ονειρευόμαστε! Γι' αυτό Κουράγιο!

Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.

by liuq

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Χορεύουμε;


Κόντευε να φτάσει πια τα ενενήντα της χρόνια. Τις περισσότερες φορές της μίλαγες και δεν σου απαντούσε. Δεν μπορούσε να σηκωθεί ή να φάει μόνη της, ούτε και να κάνει τα βασικά. Εκείνη την ημέρα την είχαν βάλει να καθίσει σε έναν καναπέ και εκείνη κοίταγε για ώρες το κενό. Σε κάποια φάση, όταν ήρθε η ώρα της να πάει για ύπνο, εκείνος την μετακίνησε για να την πάει στην κρεβατοκάμαρα της. Την σήκωσε και την κράτησε από τα χέρια για να διασχίσουν τον μικρό διάδρομο του σπιτιού, κάνοντας αυτήν τη μικρή διαδρομή σε αρκετά λεπτά που εκείνου του φάνηκαν αιώνες.  Άλλη μια μέρα ρουτίνας, σκέφτηκε. Άλλη μια μέρα χαμένη.

---

Σε όλες τις χαρούμενες ή μη στιγμές της παιδικής του ηλικίας η γιαγιά του ήταν πάντα παρούσα. Ήταν η μόνη γιαγιά που γνώρισε. Οι υπόλοιποι παππούδες και γιαγιάδες της οικογενείας είχαν δυστυχώς φύγει νωρίς. Όταν τα παιδιά ήταν πιο μικρά, εκείνη συνήθιζε να λέει ότι ο μεγάλος έρωτας της ζωής της είναι τα εγγόνια της. Και εκείνος, όταν ήταν μικρός και πίστευε καμιά φορά στα υπερφυσικά, είχε μια μονάχα ευχή: να ζήσει η γιαγιά του για πάντα. Κάθε φορά που θα ερχόταν στο σπίτι για να μείνει για μέρες, εκείνη θα έβρισκε έναν τρόπο που ξεπερνούσε τις φυσικές της δυνάμεις,  για να κουβαλάει 10 σακούλες ταυτόχρονα γεμάτα γλυκά και καλούδια. Μόνο και μόνο για να τους ευχαριστήσει. Όταν έβγαινε στη γειτονιά για να ψωνίσει και να κάνει τα μαλλιά της, παντού υπερηφανευόταν για τα εγγόνια της. Κάθε καλοκαίρι θα πήγαινε μαζί τους διακοπές. Θα κάθονταν όλοι παρέα στη βεράντα του δωματίου τους, και θα έπαιζαν κουμκάν. Εκείνη, κρατώντας πάντοτε ένα τσιγάρο. θα διηγούνταν με υπερηφάνεια τις παλιές καλές ημέρες της στα καρέ και σαλόνια των Αθηνών, σιχτιρίζοντας παράλληλα τα "γατοκέφαλα" που έπιανε.

Όταν εκείνος μεγάλωσε λιγάκι και μπήκε στην εφηβεία, του άρεσε να πηγαίνει στο δωμάτιο της που έβλεπε τις σειρές της και να την πειράζει, με σκοπό να της σπάσει τα νεύρα. Εκείνη νευρίαζε την μία στιγμή, και την άλλη του έδινε χαρτζιλίκι σαν "τιμωρία". Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, του έδινε ένα φάκελο με λίγα λεφτά και κάποιο μήνυμα γραμμένο απάνω. Με την αλλαγή του νομίσματος από δραχμή σε ευρώ, οι ισοτιμίες πήγαν περίπατο και η στρογγυλοποίηση έκανε limit up. Όταν πια είχε φτάσει η ώρα του να αποφοιτήσει το σχολείο, εκείνη μόλις τον είδε να παίρνει το πτυχίο, έβαλε τα κλάματα. Την επόμενη μέρα, του είχε αφήσει έναν επετειακό φάκελο με χαρτζιλίκι παρέα με ένα μήνυμα το οποίο έλεγε: "Ο χαρακτήρας των ανθρώπων φανερώνεται από τον τρόπο που σου φέρονται όταν δεν σε έχουν πια ανάγκη".

---

Κόντευε πια τα ενενήντα της χρόνια. Τις περισσότερες φορές της μίλαγες μα δεν απαντούσε. Μπορούσε όμως να σε αναγνωρίσει. Ήταν τόσο γλυκό όταν σε κοιτούσε και σε καταλάβαινε με τα πράσινα ματάκια της. Σου μιλούσε με αυτά. Όταν περπατούσε δεν είχε καλή ισορροπία. Έκανε μικρά μικρά βηματάκια, μα στο δικό του μυαλό ήταν σαν βήματα μπαλέτου. Της ζήτησε την άδεια να την σηκώσει και εκείνη τον εμπιστεύτηκε. Την σήκωσε σιγά σιγά. Εκείνη ξεκίνησε να προχωρά με τα μικρά μπαλετίστικα βηματάκια της. Εκείνος, έκανε πίσω βήματα στον ρυθμό της για να την συνοδεύσει. Εκείνη γύρεψε να απλώσει τα χέρια της για να στηριχτεί πιάνοντας τα δικά του απλωμένα χέρια. Και συνέχισαν έτσι οι δυο τους για μερικά λεπτά μέχρι να φτάσουν στο μέσο του διαδρόμου. "Λοιπόν γιαγιά τι λες, ωραία δεν χορεύουμε;" την ρώτησε. Εκείνη τον κοίταξε με τα πράσινα μάτια της. Τα ίδια πράσινα μάτια που είχε και αυτός.