Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Θες να σε κλέψω;



Πατήστε play για να ακούσετε τη μουσική που έχω επιλέξει, αν θέλετε...

Θα μπορούσες να αντέξεις;
Μάλλον όχι...
Αν δεν γινόταν θα μπορούσες;
Μάλλον όχι...

Αν μπορούσες να ξέρεις τι θα γίνει, θα το επέλεγες;
Αν ήξερες, θα ήσουν προσεκτικός; 
Θα επέλεγες να μην είσαι εσύ; Για το καλό σου;

It's all past and lost. So lost... Almost Forgotten...

Οι ιδέες έχουν συνέπειες...

Η ιστορία μας ξεκινάει στην Lyon. Δύο ξένοι βρίσκονται στο ίδιο τρένο με προορισμό την Γενεύη. Το ταξίδι μόλις έχει ξεκινήσει και τίποτα δεν θα είναι τόσο αθώο όσο πριν. In a world filled with despair, we must still dare to dream.

Η Δέσποινα γράφει στο τετράδιο της: "Ακούω συνεχώς ανθρώπους που συμβιβάζονται με το λίγο που έχει να τους προσφέρει η ζωή και δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κυνηγήσουν το πολύ της. Ανθρώπους που αρκέστηκαν σε έρωτες μισούς και σχέσεις χωρίς όνειρα και προσδοκίες. Μπορεί να ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς. Είναι βλέπεις λιγότερο τρομακτικό απ' τα υπόλοιπα που βρέθηκαν στον δρόμο σου. Έχουμε όμως αυτό το ελάττωμα οι άνθρωποι. Να μετατρέπουμε τη μετριότητα στο καταφύγιο μας, γιατί μας απελπίζουν και μας τρομάζουν αυτά που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει όμως πως η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην προσπαθήσουμε τουλάχιστον να τη ζήσουμε με την ένταση που της αξίζει. Κρυβόμαστε πίσω απ' τα πρέπει της κοινωνίας κι αφήνουμε στην άκρη τις επιθυμίες μας. Είναι κρίμα, ψυχή μου, να μένεις με τα πόδια καρφωμένα στη γη. Γιατί δεν μπορείς ν' αφήσεις πίσω σου μια αγάπη που έχει τελειώσει και να ψάξεις να βρεις μιαν άλλη; Θ' αργήσεις να το συνειδητοποιήσεις αλλά, πίστεψε με, θα έρθει η στιγμή που θα εύχεσαι με ό,τι έχεις και δεν έχεις, να μπορούσες να τον γυρίσεις πίσω, τον χρόνο. Τουλάχιστον εγώ το μετανιώνω τώρα".

Ο Παύλος κάθεται απέναντι στην Δέσποινα και ακούει μουσική
♫ και τρέμω να είμαι αυτό που χρόνια ανησυχείς ♫ ...

Πόσες μοναχικές σκέψεις έχουν περάσει από τα μυαλά των ανθρώπων με την ελπίδα να ζήσουν έστω για λίγο κάτι πιο συναρπαστικό, σκέψεις που ειπώθηκαν ή χάθηκαν μέσα σε όνειρα με πολύ δυνατή μουσική και απόλυτη ησυχία...

Για λίγα μονάχα δευτερόλεπτα καταφέρνουμε να μπούμε στο μυαλό του Παύλου και να κλέψουμε την σκέψη του:

"Θα 'θελα να της μιλήσω. Η ψυχή έχει μνήμη κι αναγνωρίζει τη "δίδυμη" της όταν τη βρει. Σωστά; Το μυαλό μου μπορεί ν' αντέξει αυτήν την λογική και δεν μπορεί να νιώσει άσχημα με ό,τι και αν συμβεί... Θα της μιλήσω... Πρέπει να της μιλήσω".

Ο Παύλος κοιτά έξω από το παράθυρο και διαβάζει ένα μήνυμα που είναι χαραγμένο στο παράθυρο:

Μην αναλύεις την ζωή
Μη θυμώνεις μαζί της
Μην αναρωτιέσαι για τα καπρίτσια της και τα σκέρτσα της... 
Ζήσε στη δική σου Αυλή των ονείρων, μετά τα μεσάνυχτα!

Π: Μπορώ να σου μιλήσω;
λέει κάπως απότομα...
Π: Ε, εννοώ πως θέλω να σου μιλήσω εδώ και ώρα.

Τα μάτια τους συναντιούνται.

Π: Πάμε μια βόλτα στο εστιατόριο;

Λέει και προτάσσει το μπράτσο του χαμογελαστά. Εκείνη περνά δειλά το χέρι της και πάει μαζί του. Στέκεται μπροστά της και χαμογελάει αυτή ανταποδίδει το χαμόγελο ξανά δειλά και ξεκινάνε. Είναι τόσο περίεργο το συναίσθημα υπάρχει ένα ρεύμα ανάμεσα τους, όχι ήρεμο, διαφορετικό.

Στο εστιατόριο πέρασαν όλο το υπόλοιπο ταξίδι συζητώντας και γελώντας. Πλέον ο ένας ένιωθε πιο άνετα με τον άλλον. Πόσο απλό και σπουδαίο να νιώθεις όμορφα χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Η μοίρα τους έφερε κοντά, αλλά το τρένο σε λίγα λεπτά θα έφτανε στο σταθμό της Γενεύης. 

Θα τους χρωστούσε λίγο περισσότερο χρόνο η μοίρα;

Ο Παύλος πήρε μια βαθιά ανάσα.

Π: Δέσποινα νομίζω φτάσαμε, μην... δεν θέλω να κατέβουμε.

Δ: Δεν σου έχω πει κάτι και δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να στο πω. Πριν από τρία χρόνια διαγνώστηκα με καρκίνο, βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο, αύριο επιστρέφω στην Αθήνα.

Ξαφνικά έπεσε μια βαριά ησυχία... Το τρένο ήταν γεμάτο σκοτάδι και φως.

Π: Δεν ξέρω τι να πω.
Δ: Μην πεις τίποτα.

Πόσο άδικο σκέφτηκε ο Παύλος. Γιατί; Δεν μπορώ να χάσω χρόνο, ο χρόνος μας δεν είναι εγγυημένος. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε.

Π: Θα ήθελα να μου αφιερώσεις μια μέρα μπορεί να αρκεί.
Δ: Να αρκεί;

Η Δέσποινα το ίδιο βράδυ έφυγε ευτυχισμένη και με μια λαχτάρα να ξυπνήσει το πρωί να δει τον Παύλο και να ακούσει αυτά που ήθελε να της πει. Η καρδιά της έσβησε στο κρεβάτι του ξενοδοχείου λίγες ώρες αφού την είχε καληνυχτίσει. Εκείνο το βράδυ όμως ήταν μοναδικό γιατί τα όνειρα τους μπλέχτηκαν και δώσανε ραντεβού σε έναν άλλο κόσμο.

Δ: Μίλησε μου για σένα, δεν έχουμε χρόνο και βιάζομαι... μίλα μου για τον έρωτα από τα μάτια σου... βιάζομαι πολύ γιατί δεν προλαβαίνουμε το νιώθω...
Δεν θέλω να τελειώσει η βόλτα μας...

Π: Μαζί και μόνος μου. Σκέψεις, φαντασιώσεις, όνειρα στα μεσάνυχτα. Τα μεσάνυχτα είναι η ώρα που δίνουμε στον εαυτό μας τις πιο ωραίες σκέψεις μας. Τον πιο δικό μας χρόνο. Ως μεσάνυχτα θεωρώ την ώρα που αφιερώνουμε στην πραγματική ζωή μας. Είναι στο τέλος της ρουτίνας μας, κρατάει ελάχιστα αλλά κάθε λεπτό έχει τετραπλή ισχύ. Πέντε λεπτά την ημέρα ίσως είναι αρκετά για να περιμένω τα επόμενα πέντε. Κάποια μέρα όμως αυτό δεν θα μου αρκεί.

Δ: Εξαιρετικά! Άψογα! Τέλεια!

Π: Δεν υπάρχει το τέλειο... Άρα γυρνάμε στο άψογα.

Δ: ΠΟΤΕ! Το τέλειο δεν υπάρχει λόγω του χρόνου, οι στιγμές και τα γεγονότα δεν είναι τέλεια επειδή κάτι καλύτερο ακολουθεί, αλλάζει, εξελίσσεται ή επειδή αλλοιώνονται στον χρόνο παραμένοντας όμως στιγμιαία τέλεια. Το πάγωμα του χρόνου, των πάντων, ίσως έκαναν κάποια πράγματα ΤΕΛΕΙΑ.

Π: Πρέπει να κοιτάξεις μέσα στις καρδιές των ανθρώπων να δεις αν κουνιέται κάτι, αν αναζητούν τον έρωτα. Ένα μικρό εκατοστό μιας ευκαιρίας ίσως είναι αυτό που θα μεταμορφώσει και θα αλλάξει για πάντα τη ζωή μας... αυτό δεν θα το αφήσεις ανεκμετάλλευτο... Αν θες κάτι δεν περιμένεις στην ουρά, πας και το παίρνεις. Τα συναισθήματα δεν μπορείς να τα κοροϊδέψεις. Μια τέλεια στιγμή...

Δ: Ενίοτε είμαστε λίγο φλώροι.

Ο Παύλος την επόμενη μέρα έφυγε για την Αθήνα.

Τώρα ξέρω τι έγινε. Μετανιώνω για τα λάθη που έκανα, έχασα χρόνο στον χρόνο μας. Δεν θα άλλαζε κάτι, δεν ήταν να αλλάξει.

♫ so I'm gonna love you, like I'm gonna lose you ♫

Για μια ακόμα στιγμή μπαίνουμε στο μυαλό του Παύλου.

Ξεφυσάω και κλείνω τα μάτια μου εδώ και δύο ώρες δεν θα αλλάξει κάτι όμως. Σε δύο ημέρες είναι η 10 Ιουνίου. Δύο χρόνια έχουν περάσει και το συναίσθημα είναι τόσο δυνατό. Η ώρα είναι μία και μισή και δεν έχω καμία διάθεση να κοιμηθώ, θα βγω για ένα ποτό μόνος. Σε μια στιγμή είναι όλα ξεκάθαρα... Πατάς στη γη και ξέρεις την πραγματική σου δύναμη... Δεν μπορείς να καταφέρεις τα πάντα... Είναι πολύ σκληρό... είναι άδικο... Το μυαλό σου σε αναγκάζει απλά να υπάρχεις... Ξεχνάς κάθε συναίσθημα σου. Ξυπνάς, κουνιέσαι, τρως, περπατάς, νιώθεις μόνο ό,τι είναι αναγκαίο και πολλές μέρες πονάς.

Φτάνοντας στο μπαρ ο Παύλος ακούει ένα ζευγάρι να τσακώνεται η κοπέλα φωνάζει:

Ξέρεις; ΞΕΡΕΙΣ;; Εγώ δεν ξέρω... Δεν θέλω απάντηση γιατί δεν ξέρεις και δεν ήξερες... Κρίμα είναι να μην ξέρεις και να κάνεις ότι ξέρεις... Τουλάχιστον ας ήξερες για σένα... Αν περνάς μια κόλαση συνέχισε, δεν αντέχω άλλο. Συνέχισε μέχρι να είμαστε μόνο εσύ και εγώ. Όλος εσύ.

Δεν γίνεται αυτό.

Ο Παύλος κάθεται στο μπαρ και ζητάει το ποτό του

♫ Δυο ψυχές - Χαμένες στ' ανοιχτά - Τόση θάλασσα και ποιος θα την ξοδέψει ♫

Στα όνειρα κάποια πράγματα δε στέκουν... Όμως τα πιστεύεις, και πολλές φορές ξυπνάς αγχωμένος. Έτσι όμως γίνεται και στη ζωή, κάποια πράγματα δεν στέκουν όμως εσύ πιστεύεις και παραβλέπεις, αργά η γρήγορα οδηγείσαι σε αδιέξοδα και το μυαλό σου μπλοκάρει... Δεν ξέρεις πως να βγεις από το λαβύρινθο, νικητής... Τότε καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι υπερήρωας...

Θα τα καταφέρουμε; Γιατί όχι; Τα καλύτερα έρχονται! Ή πέρασαν; Κανείς δεν ξέρει, κανείς που είναι αισιόδοξος δεν μπορεί να απαντήσει αντικειμενικά.

Οι ζωές μας είναι γεμάτες επιλογές, μοιραία κάποιες θα είναι λάθος - σε κάποιες θα μάθουμε, άλλες θα τις ξανακάνουμε, όμως είναι κάποιες που δε θα τις ξεχάσουμε ποτέ.
Είναι κάποιες που θα τις κουβαλάμε δίπλα μας.

Σαν Φαντάσματα

Απέναντι μου κάθεσαι εσύ...

Και κλέβω τη σκέψη μου... 

ΥΓ: Πλησιάζει ο καιρός για να μιλήσουμε...

1 σχόλιο:

  1. "Θα τα καταφέρουμε; Γιατί όχι; Τα καλύτερα έρχονται! Ή πέρασαν; Κανείς δεν ξέρει, κανείς που είναι αισιόδοξος δεν μπορεί να απαντήσει αντικειμενικά."

    ΑπάντησηΔιαγραφή