Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

"Η τελευταία φορά" by White

Η τελευταία φορά που κατέβηκα σε διαδήλωση της πρωτομαγιάς.



Η τελευταία φορά που κατέβηκα σε Διαδήλωση της Πρωτομαγιάς ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 1976 στο Πεδίο του Άρεως.

Η συγκέντρωση γινότανε στο χώρο του πεδίου του Άρεως που υπήρχε το άγαλμα του Κωνσταντίνου, αυτό με το άλογο.

Η συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς είχε ορισθεί για τις 10 το πρωί αλλά λόγω κομματικών καθηκόντων, ήμουν μέλος της επιτροπής νεολαίας , βρισκόμουνα στον χώρο δύο ώρες πιο μπροστά.

Ετοιμαζόμαστε να σηκώσουμε τα μεγάλα πανό εκείνα με τους πράσινους και πορτοκαλί ήλιους και τα τραγούδια του αγώνα του Μίκη άρχισαν να γεμίζουν τον χώρο που ακόμα είχε λίγες εκατοντάδες κόσμο όταν άρχισε να μεταφέρεται από στόμα, τότε δεν υπήρχαν κινητά, σε στόμα η φοβερή είδηση.

ΣΚΩΤΩΣΑΝΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ.

Η πλατεία στο άκουσμα αυτής της είδησης πάγωσε, ο Αλέξανδρος Παναγούλης ήταν για μας το σύμβολο του αγώνα ενάντια στην Χούντα , ήταν ένα σύμβολο σαν τον Τσε Γκεβάρα που δεν ησύχαζαν στην δόξα τους και στην αίγλη ενός υπουργικού θώκου αλλά η Ιστορία ήθελαν να τους θυμάται σαν αιώνιους επαναστάτες.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης ήταν ένας αγωνιστής που πίστευε στην Ελευθερία και τον άνθρωπο.

Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο δήλωσε πολύ αργότερα στην Οριάνα Φαλάτσι για την απόπειρα που έκανε να σκοτώσει στην Βάρκιζα το Δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο και καταδικάζεται δις εις θάνατο, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης μεταφέρεται στην Αίγινα, η εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη.

Μετά την Αίγινα τον πήγανε στις στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος.

Δραπετεύει από τις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου όπου κρατείτο. Συλλαμβάνεται εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο του Γουδίου για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές του Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.

Στην μεταπολίτευση ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκλέγεται βουλευτής της Β΄ Αθηνών από την Ένωση Κέντρου και Νέες Δυνάμεις αφού αρνήτε να συνεργασθεί με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου , επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με την Χούντα και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών.

Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος του γιατί είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τη συνεργασία κορυφαίου στελέχους του κόμματος του με την Χούντα.

Δέχεται πολιτικές πιέσεις αλλά και απειλές για τη ζωή του για να αποσύρει τις καταγγελίες του, όπως διαρρήξεις στο πολιτικό του γραφείο, μηνύματα που του άφηναν άγνωστοι κλπ.

Εκείνο το πρωί ένα αυτοκίνητο ενός (μεθυσμένου) οδηγού του κόβει το δρόμο στην Βουλιαγμένης εκεί που σήμερα είναι ο Σταθμός του Μετρό Αλέξανδρος Παναγούλης, προσπαθεί να το αποφύγει και καρφώνεται με το πράσινο μιραφιόρι του στον αντικρινό τοίχο. Οι αποδείξεις που έχει στην κατοχή του χάθηκαν μαζί με αυτόν οι συνεργάτες της Χούντας κυριάρχησαν ανενόχλητοι τα επόμενα χρόνια.

Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν' αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισιάς σημάδια.
Υπόσχεση είναι μοναχά
γι' Αγώνα υπόσχεση

Η συγκέντρωση και η Πορεία που ακολούθησε άφησε σε όλους μας μια πικρή γεύση την γεύση ότι μαζί με τον Αλέξανδρο Παναγούλη χάθηκε και η φλόγα της επανάστασης που κουβαλάγαμε.

Τα επόμενα χρόνια δεν ξαναπήγα σε συγκέντρωση και πορεία της Πρωτομαγιάς αλώστε τι να έκανα μια και σιγά σιγά μετατράπηκαν σε κομματικές φιέστες και σόου των συνδικαλιστών που θα έπρεπε να αποδείξουν σε μια μέρα ότι δίκαια πληρώνονται χωρίς να δουλεύουν ολόκληρο τον χρόνο.

Δυστυχώς άνθρωποι σαν τον Αλέξανδρο Παναγούλη χάθηκαν νωρίς ίσως να ήταν και καλλίτερα έτσι , ίσως το σύστημα που είναι ανίκητο κατάφερνε να πετύχει ότι δεν πέτιχαν οι βασανιστές του στο κελί του Μπογιατίου και σήμερα να κατηγορείτο που βρήκε το σπίτι στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Δεν νομίζω, άλλωστε ο Αλέξανδρος Παναγούλης ήταν άλλη πάστα ανθρώπου και είναι κρίμα σήμερα τους δύσκολους καιρούς να μην έχουμε τέτοιους ανθρώπους.



Το τραγούδι κόκκινο Τριαντάφυλλο το έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Αλέξανδρο Παναγούλη.


by G. J. White

2 σχόλια:

  1. εξαιρετικό κείμενο. και συγκινητικό. για έναν άνθρωπο τόσο τεράστιο. και εξαιρετικό και το σχόλιο για το τι έχει καταντήσει η πρωτομαγιά στις μέρες μας... ένα κείμενο που πραγματικά με μοναδικό τρόπο τιμάει τη μέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ ενδιαφέρον ...και αναμνήσεις μιας άλλης εποχής ..Νιώθω ότι μέσα από το blog γνωρίσω καλύτερα κάποιες πτυχές του κύριου White ... από την ιδεολογική δράση του παρελθόντος .

    ΑπάντησηΔιαγραφή