Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Παράθυρο


Το ξυπνητήρι χτύπησε δύο φορές. Μία στις 8:25 και μία στις 8:30. Ο Μ δεν άκουσε καμία. Είχε τελειοποιήσει από καιρού το τυφλό σύστημα απενεργοποίησης του. 8.50. Άργησε πάλι στην δουλειά. Ντύθηκε βιαστικά με τα ρούχα που είχε πεταμένα  στην καρέκλα στο βάθος του δωματίου του. Έγειρε την πόρτα βιαστικά - δεν υπήρχε πια λόγος να την κλειδώνει, πήρε το παμπάλαιο ασανσέρ, απέφυγε τον ηλικιωμένο κύριο που ήταν έτοιμος να γκρινιάξει και βγήκε έξω.  Αέρας. Η μεγάλη θορυβώδης λεωφόρος απλώθηκε μπροστά του. Διέσχισε από την διάβαση πεζών τον δρόμο. Όχι ότι έκανε κάποια μεγάλη διαφορά αν θα περνούσε από εκεί ή από κάποιο άλλο σημείο όπου τα αυτοκίνητα συνωστίζονται δίνοντας μια σπιθαμή διέλευσης. Είχε παρκάρει σε κάποιον παράλληλο. Έστριψε δεξιά και ήρθε αντιμέτωπος με μια εικόνα που είχε από καιρού συνηθίσει να βλέπει. Ένας γκρίζος στενός δρόμος, περικυκλωμένος από γκρίζες πολυκατοικίες, γεμάτος με παρκαρισμένα αυτοκίνητα εκατέρωθεν. Και στην μέση αυτού του στενού δρόμου, που είχε το όνομα κάποιου νεκρού επιφανούς ανδρός, ήταν σταθερά στην θέση της η ίδια ηλικιωμένη κυρία. Καθόταν σε ένα στενό παράθυρο στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας. Απέναντι της δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά τσιμέντο. Αριστερά και δεξιά του μικρού δρόμου, δύο παράλληλοι δρόμοι εμπόδιζαν οποιαδήποτε σπιθαμή ηλίου να την αγγίξει. Και εκείνη εκεί, δίχως ίχνος ζωής, βαριεστημένη να κοιτάει το γκρι. Τι περιμένει άραγε;

---

Θάνατος. Ο Μ μετά από μια σειρά γεγονότων που τον μεγάλωσαν απότομα είχε αρχίσει  για πρώτη φορά στην ζωή του να γίνεται πιο επιφυλακτικός με τους ανθρώπους. Δεν ανοιγόταν όπως άλλοτε, δεν έδινε λαβές για να μην δώσει την δυνατότητα σε κάποιον να τον πληγώσει ξανά. Αυτή ήταν η πρώτη του αντίδραση. Άμυνα. Κάποιες φορές τα σημάδια στον χρόνο τα αφήνει ο τρόπος και όχι το ίδιο το γεγονός. Το απροσδόκητο, το ανεξήγητο. Αυτό που σε οδηγεί  σαν σε κασέτα να ψάχνεις ξανά και ξανά εξηγήσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Ένας κρότος, όπως αυτός ενός μπαλονιού όταν συναντάει μια καρφίτσα. Και μετά εκκωφαντική σιωπή.

Ζωή. Ο Μ έκανε πολλά και διάφορα για να κρατάει το μυαλό του απασχολημένο, για να μην σκέφτεται όλα όσα τον στεναχωρούν. Κορόιδευε τον εαυτό του  για να μην νιώσει ξανά ευάλωτος. Ό,τι και αν έκανε όμως οι σκέψεις επανέρχονταν. Διαμάντια και Σκουριά. Μετάνιωνε που τα έδωσε όλα. Αλλά τι είναι ζωή αν δεν πέφτεις με τα μούτρα σε αυτή;  Πως γίνεται να δημιουργήσεις και να αισθανθείς εάν δεν αφήσεις τον εαυτό και τις ανασφάλειες σου εκτεθειμένες; Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να ετεροπροσδιορίζεσαι από τους άλλους. Να φέρεσαι λιγόψυχα επειδή σου φέρθηκαν αναλόγως.

---

Είχε αρχίσει πια να σουρουπώνει. Ο Μ γύριζε από την δουλειά με το αυτοκίνητο. Άφησε την μεγάλη θορυβώδη λεωφόρο πίσω του, έστριψε αριστερά και βρέθηκε πάλι στο γκρι στενό δρόμο με τις γκρι πολυκατοικίες όπου και πάρκαρε. Περπατώντας  είδε  την ίδια ηλικιωμένη γυναίκα να περιμένει πάλι στο παράθυρο του πρώτου ορόφου. Σαν κάτι να του έγνεφε. Ο Μ δεν έδωσε σημασία. Εκείνη επέμενε. Του έλεγε να κοιτάξει ψηλά με ένα πλατύ χαμόγελο. Ένα μεγάλο κόκκινο μπαλόνι, φαινόταν ψηλά ανάμεσα στην χαραμάδα που άφηνε το τσιμέντο της πόλης. Πότε πήγαινε από εδώ και πότε από εκεί ανάλογα με τις ορέξεις του ανέμου. Αλλοπρόσαλλο και ευάλωτο σαν τους ερωτευμένους. Κοιτάζοντας το, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. "Όταν χάσω την επιθυμία μου να μοιράζομαι και να δημιουργώ, τότε θα πάψω να είμαι ζωντανός", σκέφτηκε. Είναι πολύ όμορφο τελικά να είσαι ευάλωτος.

1 σχόλιο:

  1. Όποιος δεν είναι ευάλωτος πάει να πει ότι δεν αισθάνεται. Αυτός είναι καταραμένος να ζει στη μετριότητα, στη μέση. Ενώ όποιος ξέρει να στεναχωριέται, ξέρει και να χαμογελάει ευτυχισμένα. Είναι πράγματι πολύ όμορφο να είσαι ευάλωτος :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή